υπολογιστικός

υπολογιστικός
-ή, -ό, Ν
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον υπολογισμό ή στον υπολογιστή
2. το αρσ. ως ουσ. ο υπολογιστικός
μτφ. (για πρόσ.) ιδιοτελής, υστερόβουλος
3. φρ. «υπολογιστική μηχανή» — ο υπολογιστής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < υπολογιστής. Το επίθ. μαρτυρείται από το 1875 στο περιοδικό Όμηρος].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • υπολογιστικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που έχει σχέση με τον υπολογισμό ή τον υπολογιστή (βλ. λ.): Υπολογιστικές μηχανές (μηχανές για την εκτέλεση των τεσσάρων απλών πράξεων της αριθμητικής). 2. το αρσ. ως ουσ., υπολογιστικός άνθρωπος υστερόβουλος, υπολογιστής:… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νομογράφημα — και νομόγραμμα, το μαθ. υπολογιστικός χάρτης με κλίμακες που περιέχουν τιμές τριών ή περισσότερων μεταβλητών, ο οποίος χρησιμοποιείται ευρέως στη μηχανική, στη βιομηχανία και στις φυσικές επιστήμες. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. nomograph / …   Dictionary of Greek

  • λογαριθμικός κανόνας — Όργανο που βασίζεται στις ιδιότητες των λογαρίθμων, με το οποίο εκτελούνται γρήγορα υπολογισμοί, με ικανοποιητική ακρίβεια στις περισσότερες περιπτώσεις. Οι υπολογισμοί εκτελούνται με τη βοήθεια διαφόρων λογαριθμικών κλιμάκων, με τις οποίες είναι …   Dictionary of Greek

  • υπολογιστής — ο θηλ. ίστρια 1. λογιστικός υπάλληλος κατώτερος από το λογιστή, βοηθητικός λογιστής. 2. «ηλεκτρονικός υπολογιστής», συσκευή που μπορεί να δεχτεί δεδομένα σε κατάλληλη κωδικοποιημένη μορφή, να τα επεξεργαστεί και να παράγει τις ζητούμενες… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”